θέρμα


θέρμα
Οικισμός (574 κάτ.) του νομού Σερρών. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Νιγρίτης.
* * *
(I)
θέρμα, ἡ (Α)
(δωρ. τ.) η θέρμη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. ονομ. τού θέρμη*. Απαντά και αιτ. θέρμᾰν].
————————
(II)
τα
θερμά λουτρά, ιαματικές πηγές.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένη ονομαστ. πληθ. ουδ. (θερμά) τού επιθ. θερμός με αναβιβασμό τού τόνου].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θέρμα — θέρμᾱ , θέρμα fem nom/voc/acc dual θέρμᾱ , θέρμα fem nom/voc sg (doric aeolic) θέρμᾱ , θέρμη heat fem nom/voc/acc dual θέρμᾱ , θέρμη heat fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θέρμα — Θέρμᾱ , Θέρμη heat fem nom/voc/acc dual Θέρμᾱ , Θέρμη heat fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέρμᾳ — θέρμαι , θέρμα fem nom/voc pl θέρμᾱͅ , θέρμα fem dat sg (doric aeolic) θέρμαι , θέρμη heat fem nom/voc pl θέρμᾱͅ , θέρμη heat fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θερμά — θερμός hot neut nom/voc/acc pl θερμά̱ , θερμός hot fem nom/voc/acc dual θερμά̱ , θερμός hot fem nom/voc sg (doric aeolic) θερμός hot neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θέρμᾳ — Θέρμαι , Θέρμη heat fem nom/voc pl Θέρμᾱͅ , Θέρμη heat fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θέρμα Λευκάδος — Οικισμός (4 κάτ.) της Ικαρίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αγίου Κηρύκου του νομού Σάμου …   Dictionary of Greek

  • θέρμας — θέρμᾱς , θέρμα fem acc pl θέρμᾱς , θέρμα fem gen sg (doric aeolic) θέρμᾱς , θέρμη heat fem acc pl θέρμᾱς , θέρμη heat fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέρμαι — θέρμα fem nom/voc pl θέρμᾱͅ , θέρμα fem dat sg (doric aeolic) θέρμη heat fem nom/voc pl θέρμᾱͅ , θέρμη heat fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θερμᾶι — θερμᾷ , θερμάζω fut ind mid 2nd sg (epic) θερμᾷ , θερμάζω fut ind act 3rd sg (epic) θερμᾷ , θερμός hot fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέρμαν — θέρμᾱν , θέρμα fem acc sg (doric aeolic) θέρμᾱν , θέρμη heat fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.